Ιστορία

Οι αρχαίες ονομασίες του νησιού που παραδίδονται από τις φιλολογικές πηγές είναι Αἴγιλα, Αἰγιλία, Αἰγιαλίαν, Αἰγιαλῶν και Αἴγυλα, και, στα λατινικά, Aigila, Aigilia και Aegliai.
Στις επιγραφές σημειώνεται ως Αἰγιλία, ενώ το επίθετο Αἴγιλιεῦς παραπέμπει επίσης στο Αἰγιλία. Έως τελευταία διατηρήθηκαν οι μεσαιωνικές ονομασίες Λιοί στα Κύθηρα και στην Πελοπόννησο και Σιγκιλιό ή Σιγκλιό στην Κρήτη, οι οποίες προέρχονται από την αρχαία ονομασία. Κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, και μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς, το επίσημο όνομα του νησιού είναι Cerigotto ή Cecerigo από το ιταλικό όνομα των Κυθήρων που είναι Cerigo (Τσιρίγο). Η σημερινή ονομασία «Αντικύθηρα», που καθιερώθηκε με την εύρεση του ναυαγίου το 1901, οφείλεται στους Κεφαλλονίτες ριζοσπάστες, οι οποίοι επανέφεραν το όνομα των Κυθήρων στη θέση του ιταλικού «Τσιρίγου» (Cerigo) και επέβαλαν το νέο όνομα στο νησί που εκείνη την εποχή ήταν το πιο απομακρυσμένο σημείο του αγγλοκρατούμενου Ιονικού Κράτους.
Με έκταση 22 KM2 η αρχαία Αιγιλία αποτελούσε (και ακόμα αποτελεί) σταυροδρόμι και ελέγχει τους επικίνδυνους θαλάσσιους δρόμους που ενώνουν τη δυτική Μεσόγειο με το Αιγαίο και τη Λακωνία με την Κρήτη.
Η στρατηγική θέση του νησιού αναγνωρίσθηκε ήδη από την αρχαιότητα, καθώς επιλέχθηκε ως χώρος στρατιωτικής βάσης και ορμητήριο πειρατών από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Η διάρκεια χρήσης του οχυρωμένου πολίσματος περιορίζεται στα Ελληνιστικά χρόνια και πιο συγκεκριμένα χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. έως το πρώτο μισό του 1ου αι. π.Χ.

Σημειώνεται ότι ανάμεσα στα κινητά ευρήματα των ανασκαφών βρίσκονται συνεχώς πολεμικά αντικείμενα, αιχμές από βέλη και βλήματα βαλλίστρας (ΕΙΚ.5), μολυβδίδες (ΕΙΚ.7), καθώς και διαφόρων μεγεθών βλήματα από καταπέλτη (ΕΙΚ.7), ευρήματα που φανερώνουν μια κοινωνία σε συνεχή πολεμική δραστηριότητα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, βάσει των νομισμάτων που έχουν βρεθεί (ΕΙΚ.8), αλλά και μερικών άλλων κεραμικών ευρημάτων (ΕΙΚ.9) και ορισμένων μολυβδίδων (ΕΙΚ.10), το νησί, το μεγαλύτερο διάστημα της «ζωής» του, αποτελούσε τμήμα της κρητικής πόλης Φαλάσαρνας.
Η ανάγνωση επιγραφής που βρέθηκε στον Ξηροπόταμο προσφέρει τη λύση στο ερώτημα ποιος και γιατί προχώρησε τόσο όψιμα στην πολυδάπανη οχύρωση ενός νησιού που κατέχει μεν μια στρατηγική θέση, αλλά δεν είχε χρησιμοποιηθεί καθόλου έως τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. Στην επιγραφή αναφέρεται ως αναθέτης ο Ἀριστομένης Ἀριστομήδους, Θεσσαλός ἐκ Φερῶν, ο οποίος μπορεί να ταυτιστεί με τον «ναύαρχο» του Περσικού στόλου στο Αιγαίο μετά την είσοδο των Μακεδόνων στη Μικρά Ασία, ενώ ο πατέρας του Αριστομήδης, Θεσσαλός από τις Φερές, συμμετείχε, ηγούμενος είκοσι χιλιάδων βαρβάρων, στον περσικό στρατό στη μάχη της Ισσούi. Συμπεραίνεται ότι η οχύρωση στο νησάκι δημιουργήθηκε, όπως φαίνεται ότι συμβαίνει και με πολλά σύγχρονά της οχυρωματικά έργα στην Κρήτη, με χρηματοδότηση της Περσικής Αυτοκρατορίας στην προσπάθειά της να δημιουργήσει τις δυνατότητες αντεπίθεσης στον Μακεδονικό στρατό που είχε εισβάλει στη Μικρά Ασίαii.
Αμέσως μετά, με την εξαφάνιση του Περσικού κράτους, η εξοπλισμένη και οχυρωμένη Φαλάσαρνα, χωρίς πολλά εισοδήματα και εκμεταλλευόμενη τη στρατηγική θέση του νησιού, άρχισε να επιδίδεται στην πειρατεία.
Στα Αντικύθηρα κατέφυγε ο «επαναστάτης» βασιλιάς της Σπάρτης, ο Κλεομένης ο Γ΄, μετά την ήττα του στη Σελλασία το 223 π.Χ., στον δρόμο του προς την Αίγυπτο στον σύμμαχό του τον Πτολεμαίο τον Ευεργέτηiii.
Λίγα χρόνια μετά το πέρασμα του Κλεομένη, τα Αντικύθηρα βρίσκονται στη δίνη των συγκρούσεων των Κρητικών πόλεων, αλλά και της προσπάθειας των δυνάμεων που επιθυμούσαν να ελέγξουν τον χώρο του νότιου Αιγαίου και τα περάσματα προς τη Δύση, όπου είχε ήδη εμφανιστεί η δύναμη της Ρώμης. Υλικό κατάλοιπο της επίθεσης του Νάβιδος, του «βασιλιά» της Σπάρτης, αποτελούν πολλές ενεπίγραφες μολυβδίδες λακωνικού τύπου, που βρέθηκαν στον χώρο του «Κάστρου», με τον τίτλο «Βασιλέως», τίτλο τον οποίο έδωσε στον εαυτό του ο Νάβις τα τελευταία χρόνια της εξουσίας του (ΕΙΚ.11).
Τον 2ο αιώνα π.Χ. κατασκευάζεται (ή επανακατασκευάζεται) το παραλιμένιο ιερό του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, ενώ από τη στρωματογραφία στον χώρο της οχύρωσης φαίνεται ότι την ίδια εποχή η πόλη παρουσιάζει μια σχετική ευμάρεια. Ασφαλώς, η εξήγηση βρίσκεται στα εισοδήματα της πειρατικής δραστηριότητας της Φαλάσαρνας.
Η Αἰγιλία φαίνεται ότι υπέστη την εκδικητική μανία του Ρωμαίου στρατηγού Μέτελλου που κατέπνιξε με αγριότητα την «Κρητική Επανάσταση» το 69-67 π.Χ. Η ζωή στο «Κάστρο» σταμάτησε ακριβώς εκείνα τα χρόνια. Την ίδια χρονική στιγμή καταστράφηκε και η Φαλάσαρνα.
Ανθρώπινη παρουσία διαπιστώνεται πάλι στο νησί μετά τον 5ο αι. μ.Χ. (ΕΙΚ.12)
, όταν η ζωή στο Αιγαίο ομαλοποιήθηκε με την ισχύ του βυζαντινού στόλου έως περίπου τις αρχές του 8ου αι., όταν άρχισαν οι αραβικές επιθέσεις και φαίνεται ότι τα Αντικύθηρα έχασαν πάλι τον πληθυσμό τους (ΕΙΚ.13).
Οι κάτοικοι επανήλθαν στα μέσο-βυζαντινά χρόνια, λίγο μετά την εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη. Μετά την 4η σταυροφορία έως και τους ναπολεόντειους πολέμους ανήκαν, μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα, στις κτήσεις της Βενετίας.
Σήμερα το νησί περνάει μια νέα περίοδο ερήμωσης από την οποία δεν διαφαίνεται καμία εύκολη ανάκαμψη.